κριάς

κριάς
το (πλ. τα κριάτα) обл мясо

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "κριάς" в других словарях:

  • κριάς — και κρίας, το το κρέας. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλ. τ. τού κρέας προερχόμενος από μετακίνηση τού τόνου και συνίζηση (πρβλ. ελαία > ελιά)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»